Monday, March 11, 2013

Intermission















The car's on fire and there's no driver at the wheel
And the sewers are all muddied with a thousand lonely suicides
And a dark wind blows

The government is corrupt
And we're on so many drugs
With the radio on and the curtains drawn

We're trapped in the belly of this horrible machine
And the machine is bleeding to death

The sun has fallen down
And the billboards are all leering
And the flags are all dead at the top of their poles

It went like this:

The buildings tumbled in on themselves
Mothers clutching babies picked through the rubble
And pulled out their hair

The skyline was beautiful on fire
All twisted metal stretching upwards
Everything washed in a thin orange haze

I said: "kiss me, you're beautiful -
These are truly the last days"

You grabbed my hand and we fell into it
Like a daydream or a fever

We woke up one morning and fell a little further down -
For sure it's the valley of death

I open up my wallet
And it's full of blood


-Efrim Menuck

Wednesday, February 20, 2013

Το Δέντρο 3


Στο δίωρο που πέρασε και που μάταια προσπαθούσα να συνεφέρω την μητέρα μου, πέρασαν αρκετές σκέψεις από το μυαλό. Πρώτη απ' όλες, να ειδοποιήσω κάποια θεία μου. Ήρθε και έφυγε αυτή η σκέψη, γιατί γνωρίζοντας καλά την οικογένειά μου, και ειδικά τις θείες μου, ήξερα ότι μια λιποθυμία (όσο σοβαρός και να ήταν ο λόγος, που δεν ήξερα καν ακόμη) θα κατέληγε σε ένα μικρό δράμα. Έτσι προσπάθησα να την συνεφέρω μόνος μου. Η επόμενη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό ήταν γιατί να λιποθυμήσει μόλις της είπα το χρώμα των φύλλων; Ήταν τόσο τραγικό που ήταν καφέ τα φύλλα; Μάλλον… τι ήξερε η μητέρα μου και τι μου κρατούσε κρυφό για τον προπαππού μου τόσα χρόνια; Διάφορες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου, τόσες πολλές που δεν κατάφερα να συγκρατήσω καμία Έτσι πέρασαν δυο ώρες και έτσι με βρήκε τελικά η μητέρα μου, καθισμένος δίπλα της να κοιτάζω το κενό και να σκέφτομαι πιθανά σενάρια για το τι μπορούσαν να σημαίνουν τα καφέ φύλλα. Λίγο μετά που συνήλθαμε και οι δύο, στο τραπέζι της κουζίνας, την ρώτησα.
"Τι σημαίνουν τα καφέ φύλλα;". Πήρε μια βαθιά ανάσα, την έβγαλε, και ο χρόνος που έκανε να μου απαντήσει μου φάνηκε μια αιωνιότητα. "Δεν πρέπει να κοιμηθείς απόψε. Ότι και να κάνεις, δεν πρέπει να σε πάρει ο ύπνος σήμερα". Σίγουρα υπήρχε μια τρέλα σε όλη την ιστορία. Σίγουρα υπήρχε και ιστορικό τρέλας στην οικογένειά μου… γι' αυτό ήμουν απόλυτος πια, μετά από αυτά που είχαν συμβεί σήμερα. Παρ' όλα αυτά κάτι μέσα μου φώναζε πως η μητέρα μου είχε δίκιο, πως έπρεπε να κάνω ότι λέει, πως δεν έπρεπε να την αμφισβητώ. Ίσως ήταν το μικρό παιδί μέσα μου, προγραμματισμένο να υπακούει τους γονείς του και να μην κάνει διαφορετικά. Ίσως ήταν μια βαθιά γνώση ότι η μητέρα μου ήξερε τι μου έλεγε, και ότι η τρέλα, τελικά δεν ήταν τρέλα, αλλά αλήθεια. Ίσως ήταν φόβος τελικά. Εν τέλει, αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή της μητέρας μου. Της είπα αν ήθελε να το πει σε κάποιον. Το "Όχι!" βγήκε από τα χείλη της πριν καν ολοκληρώσω την πρότασή μου. Δεν το συνέχισα.
Υπάρχουν λίγα πράγματα που μπορείς να κάνεις στο χωριό για να περάσεις τη μέρα σου, και τα έκανα όλα. Χάζεψα στο Ίντερνετ, είδα ταινίες, άκουσα μουσική, διάβασα, έπαιξα 30 γύρες πασιέντζα, έχασα 10 φορές από τον υπολογιστή στο σκάκι αλλά όλη την υπόλοιπη μέρα δεν μίλησα με την μητέρα μου. Ήταν σαν να είχαμε κάνει κάποια ιερή συμφωνία το πρωί ότι μέχρι να περάσει αυτή η βραδιά δεν θα μιλάγαμε μεταξύ μας, ότι κάπως έτσι θα γλίτωνα ότι είναι να γλιτώσω (αν δηλαδή υπήρχε κάτι να γλιτώσω) Κάποια στιγμή, χαμένος σε ένα από τα παιδικά μου βιβλία, σήκωσα το βλέμμα μου και είδα ότι είχε σκοτεινιάσει. Η μητέρα μου επέμενε να μείνω στο δωμάτιό μου, εκεί μέσα θα έπρεπε να ξαγρυπνήσω και επέμενε να μείνει μαζί μου, οπότε τώρα ήταν δίπλα μου καθισμένη και εκείνη μ' ένα βιβλίο στα γόνατά της και κοίταζε και εκείνη το σκοτάδι που είχε πέσει έξω από το παράθυρο. Γύρισε και με κοίταξε, και ήξερα ότι το βλέμμα της μου έλεγε "ετοιμάσου", μόνο που δεν ήξερα γιατί, για πιο πράγμα.
19:30. Τελείωσα τις 20.000 Λεύγες και ξεκίνησα το Από τη Γη στη Σελήνη.
23:30. Ταξίδεψα μαζί με τον Βερν και όταν τελείωσα και αυτό το βιβλίο γύρισα να κοιτάξω την μητέρα μου, η οποία είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα. Ένιωθα τα μάτια μου βαριά, το κορμί μου… βαρύ. Με το ζόρι σηκώθηκα και σκέπασα με τη κουβέρτα μου την μητέρα μου. Ξανακάθισα εξουθενωμένος στην καρέκλα μου, στα πόδια μου ένα ταιριαστό βιβλίο για την περίσταση… Stephen King, The Stand. Το βιβλίο που με είχε κάνει να ξενυχτίσω κάποτε και που σίγουρα θα ήταν ότι έπρεπε τώρα.
01:30. Ατελείωτες οι σελίδες διαδεχόντουσαν η μία την άλλη. Κεφάλαιο το κεφάλαιο, χαρακτήρας μετά από χαρακτήρα. Ο ήχος που έκαναν οι σελίδες καθώς τις γύρναγα μου φαινότανε εκκωφαντικός. Τα μάτια μου ήταν δυο πύρινες μπάλες και ένιωθα τώρα όλες τις τρίχες του σώματός μου να έχουν ξεσηκωθεί. Ο αυχένας μου ήταν ένα σιδερένιο παλούκι που κράταγε ένα βαρύ κεφάλι όρθιο. Εξάντληση. Επόμενη σελίδα.
03:00. Απελπισία. Απελπισία. Απελπισία.
04:25.
04:26.
04:… Χμμ… Το ρολόι ήταν περίεργο. Δεν… δεν έδειχνε πια την ώρα, και για κάποιο λόγο έκανε κρύο πάλι. Μάλλον ήμουν σε μια ενδιάμεση κατάσταση ύπνου- ξύπνιου. Σε μία υπνοτική νιρβάνα όπου ονειρευόμουν με ανοιχτά τα μάτια, σε έναν διαστρεβλωμένο κύκλο REM. Σίγουρα όχι κάτι καλό, αφού το επόμενο βήμα θα ήταν να με πάρει ο ύπνος. Και δεν θέλαμε να με πάρει ο ύπνος. Χμμ… Το ρολόι ήταν περίεργο, και σίγουρα… σίγουρα κανείς δεν είχε αφήσει το παράθυρο ανοιχτό πριν. Όχι, όχι… κανείς δεν θα έκανε κάτι τέτοιο έτσι; Μα κι όμως. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και γι' αυτό έκανε και κρύο τώρα. Και… α ναι… φυσικά. Φύλλα στο πάτωμα. Τα ίδια καφέ φύλλα στο πάτωμα. Χα! Μάλλον τελικά δεν τα κατάφερα να μείνω ξύπνιος.

"Όχι."

Η φωνή του προπάππου μου… έμοιαζε πάρα πολύ με τη δική μου.
Το χέρι του… πάνω στο δικό μου, ήταν αρκετά ζεστό για νεκρό. Παράξενο.

Saturday, January 26, 2013

Το Δέντρο 2


Δεν υπήρχε αμφιβολία Τόσα χρόνια οι ιστορίες τις μητέρας μου, είχαν τελικά τις επιπτώσεις τους, γιατί τώρα έχοντας ανοίξει τα μάτια μου και αφού τσίμπησα τον εαυτό μου, τώρα έβλεπα πραγματικά τον προπαππού μου να με κοιτάζει πίσω από το παράθυρο του παιδικού μου δωματίου. Το παράθυρο που έβλεπε το Δέντρο. Το Δέντρο που είχε πάρει τον προπαππού μου. Ήταν εκπληκτικά όμοιος με τις φωτογραφίες που μου είχε δείξει η μητέρα μου. Αυτή η σκέψη με έκανε να αναρωτηθώ αν πραγματικά το είχα χάσει τελικά, καθώς αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο καλά φαινόταν να είναι ο προπαππούς μου, ο οποίος ήταν και συνονόματός μου..
Αφού βεβαιώθηκε ότι τον κοιτάζω, μάλλον, και αφού το δέντρο δήλωσε και εκείνο την παρουσία του, απλώνοντας κι  άλλο τις σκιές των κλαδιών του στο δωμάτιό μου, ο προπαππούς μου ξαναχτύπησε το τζάμι μου. ΤΟΚ ΤΟΚ ΤΟΚ. Στο τρίτο χτύπημα άφησε το δάχτυλό του εκεί, πάνω στο τζάμι, και με κοίταξε σαν να περίμενε κάτι να συμβεί. Σιγά- σιγά πλησίασα το δάχτυλό μου στο τζάμι. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Ότι και να γινότανε δεν θα μπορούσε να είναι και πολύ κακό. Έτσι και αλλιώς ο συνονόματος, εδώ και αρκετό καιρό, νεκρός συγγενής μου στην άλλη πλευρά του παράθυρού μου, φαινότανε μια χαρά. Αποφάσισα να ακουμπήσω το τζάμι στο ίδιο σημείο με τον προπαππού μου..
Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί το παράθυρό μου ήταν ανοιχτό και το δωμάτιό μου ήταν καλυμμένο από την πρωινή υγρασία, χαρακτηριστικής εδώ στο χωριό. Αυτό όμως ήταν φυσιολογικό, μιας και κάπως είχε ανοίξει το παράθυρό μου χτες το βράδυ. Αυτό που ήταν περίεργο ήταν ότι το δωμάτιό μου είχε γεμίσει φύλλα από το Δέντρο… μόνο που τέτοια εποχή το Δέντρο δεν είχε φύλλα. Καμπανάκια χτυπούσαν στο κεφάλι μου για το ενδεχόμενο της τρέλας και αποφάσισα να τα ηρεμίσω πατώντας το εγκεφαλικό μου SNOOZE. Η μητέρα μου σίγουρα θα ήξερε κάτι παραπάνω. Τόσες φορές μου είχε πει την ιστορία για τον προπαππού μου. Μπορεί να είχε περάσει και κάποια άλλη ιστορία στην οικογένεια την οποία δεν μου την είχε πει ακόμη… Καθώς έλεγα την ιστορία στην μητέρα μου, οι εκφράσεις της αλλάζανε από φοβισμένη σε τρομοκρατημένη, παρ' όλα αυτά, έπρεπε να της τα πω. Τελειώνοντας μου έκανε μία και μοναδική ερώτηση. "Τι χρώμα είχαν τα φύλλα;" Της είπα ότι θα μπορούσαμε να πάμε στο δωμάτιό μου και να δούμε, αλλά αρνήθηκε και μου είπε ότι όσο το μπορούσε, δεν θα ξαναέμπαινε ποτέ στο δωμάτιό μου… Δεν ήθελα να το συνεχίσω, ήθελα απλά να μάθω αν τελικά το σόι μας είχε κάποιο ιστορικό σχιζοφρένειας "Καφέ" της είπα. "Όπως είναι το φθινόπωρο, λίγο πριν πέσουν"
Δεν έχω δει πολλές φορές την μητέρα μου να σοκάρεται. Η ζωή στο χωριό, και οι εμπειρίες τις μαζί με την γιαγιά μου, την είχαν σκληρύνει αρκετά. Ειδικά στα μεταφυσικά θέματα, οι αντοχές της ήταν πάρα πολύ καλές. Όμως τώρα, προσπαθούσα να την συνεφέρω από την πρόσφατη λιποθυμία της… Αυτά τα Χριστούγεννα γινόντουσαν όλο και πιο περίεργα…

Monday, December 3, 2012

Το Δέντρο 1

Ποτέ δεν πίστεψα την ιστορία για το δέντρο στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού.
Κάθε Χριστούγεννα η μητέρα μου συνήθιζε να μαζεύει όλους τους συγγενής μου και ο κάθε ένας είχε μια διαφορετική ιστορία για το δέντρο. Όλες όμως είχανε το ίδιο τέλος. Με τον προπαππού μου να πεθαίνει στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Φυσικά το πως άλλαζε από θείο σε θείο ή από θεία σε θεία και κάθε φορά, στο τέλος αφού είχανε φύγει όλοι, η μητέρα μου, μου έλεγε ξανά την δική της ιστορία, θυμίζοντάς μου πάντοτε ότι είναι και η πραγματική. Η αλήθεια ήταν ότι ήταν και η μόνη που μου άρεσε.
Ένα ήταν σίγουρο 
όμως… ότι δεν ήταν και τα πιο κατάλληλα Χριστούγεννα για ένα παιδί που μεγαλώνει, να του λένε κάθε φορά πως πέθανε ο προπαππούς του. Σίγουρα αρκετά προβλήματα που έχω τώρα να οφείλονται στο τότε, ακόμη πιο σίγουρο είναι ότι ένας ψυχίατρος θα έκανε πάρτι μαζί μου, όμως ποτέ δεν χρειάστηκε να πάω σε έναν, δεν είχα κάτι να του πω και πέρα από αυτό… εγώ ήξερα την πραγματική ιστορία. Η πραγματική ιστορία ήταν αυτή που μου είχε πει η μητέρα μου.
Εκείνη έμενε ακόμη στο σπίτι, το δέντρο υπήρχε ακόμη όταν έφυγα εγώ για να πάω στην πόλη για σπουδές και τελικά να μείνω για δουλειά. Κάτι που η μητέρα μου ποτέ δεν χώνεψε τελείως. Κάθε Χριστούγεννα γύριζα και κάθε Χριστούγεννα μου έλεγε το ίδιο πράγμα. “Δεν ήμαστε πλάσματα της πόλης 
Τομ, ποτέ δεν ήμασταν εδώ ανήκεις, εδώ στο αγρόκτημα, στο σπίτι σου. Στο χωριό.” Κάτι στον τρόπο που έλεγε “πλάσματα” μου κινούσε την περιέργεια, μαζί με άλλα αισθήματα μέσα μου τα οποία δεν μπορούσα να χαρακτηρίσω… το δικαιολογούσα απλώς λέγοντας ότι όλο μου το σόι ήταν τρελοί, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω και εγώ.
Έτσι λοιπόν, κάθε Χριστούγεννα γύριζα στο σπίτι μου, για να τα περάσω με την μητέρα μου και το σόι μου. Ανεξάρτητα από την ηλικία μου, που τώρα είχα περάσει πια τα 30, οι ιστορίες για το δέντρο και τον μοιραίο ρόλο που έπαιξε στο τέλος του προπάππου μου δεν σταμάτησαν. Αν μη τι άλλο, τώρα, είχαν γίνει πιο περιγραφικές. Πράγματα που μου έκρυβαν όταν ήμουν μικρός, τώρα από χρόνο σε χρόνο μου τα έλεγαν απλόχερα, και μου αποκάλυπταν κάθε φορά και καινούριες 
ανατριχιαστικέςλεπτομέρειες.
Έτσι λοιπόν, κάθε Χριστούγεννα τελείωνε το τραπέζι, έφευγαν οι συγγενείς και η μητέρα μου, μου έλεγε την δική της εκδοχή της ιστορίας. Την πραγματική ιστορία. Και έτσι και εγώ, κάθε Χριστούγεννα ξάπλωνα στο παιδικό μου κρεβάτι κοιτάζοντας τις σκιές που σχημάτιζαν τα κλαδιά του δέντρου πάνω στα φύλλα της ντουλάπας μου, λίγο πριν κοιμηθώ. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι εκείνο το βράδυ, δεν το είχα καταλάβει ή δεν ήθελα να το καταλάβω, δεν ήμουν 
έτοιμος… αλλά αυτές οι σκιές από τα κλαδιά, υπήρχαν πάντα. Μπορεί να μην είχε φεγγάρι, μπορεί να μην υπήρχε καθόλου φως, αλλά οι σκιές από τα κλαδιά ήταν εκεί. Και εκείνο το βράδυ το κατάλαβα ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Έξω δεν υπήρχε κανένα φως και είμαι σίγουρος γι’ αυτό, γιατί ήξερα ότι εκείνο το βράδυ δεν είχε φεγγάρι… παρ’ όλα αυτά οι σκιές των κλαδιών ήταν εκεί, στο γνώριμο μέρος τους, πάνω στα φύλλα της ντουλάπας μου, να κουνιούνται παρέα με τον άνεμο στον συνηθισμένο τους χορό.
Μέχρι εκείνο το βράδυ δεν ήμουν έτοιμος για πολλά πράγματα.
Μέχρι εκείνο το βράδυ δεν είχα νιώσει ακόμη τίποτα.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος ήταν που άκουσα να μου χτυπάει το παράθυρο. 

Wednesday, February 16, 2011

Black Noise - White Rain Part 3


Τόση ώρα δεν με είχανε πάρει χαμπάρι. Τόση ώρα είχαν χαθεί στη κουβέντα τους και στο τι θα με κάνουν. Τώρα όμως με προσέχανε. Τώρα εκείνη ήταν από επάνω μου και φώναζε πανικόβλητη και εκείνος χτύπαγε να του ανοίξουν με την ίδια λύσα που προσπαθούσα εγώ να λυθώ. Είδα αυτή να βγάζει μία σύριγγα και να προσπαθεί να με τρυπίσει, βλέποντας την σύριγγα άρχισα να κοπανιέμαι φμε περισσότερη λύσσα.
   Τα χέρια μου ελευθερώθηκαν τελικά, τα δεσμά μου έσπασαν, παραδόθηκαν στην λύσσα μου και εκείνη ήταν ακόμη από πάνω μου. Δίχως να το καταλάβω τα χέρια μου τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό της και άρχισαν να σφίγγουν με δύναμη. Εκείνος ακόμη χτυπούσε την πόρτα και ούρλιαζε να του ανοίξουν αλλά κανείς δεν ερχότανε. Χαμογελούσα... γιατί εκείνος θα ήταν ο επόμενος και γιατί μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση του πόσο αδύναμος ήταν ο λαιμός της στα χέρια μου. Πόσο εύκολα τον ένοιωθα να λυγίζει στα χέρια μου, πόσο εύκολα μπορούσα να τον σπάσω... αλλά δεν θα της έδινα αυτή την ικανοποίηση. Ένοιωθα τον χτύπο της καρδιάς της στα δάχτυλά μου, όλο και πιο γρήγορο, το αίμα που προσπαθούσε να περάσει από τις στενές φλέβες τις και να πάει στον εγκέφαλό της και εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να το κάνω πιο δύσκολο, να σφίξω περισσότερο. Έσφιξα κι άλλο... το πρόσωπό της είχε μια έκφραση απογοήτευσης, ίσως και στεναχώριας. Σταμάτησα να χαμογελάω και αφοσιώθηκα στο πρόσωπό της. Παρ’ όλο που τώρα έσφιγγα ακόμη περισσότερο, που σε λίγο θα πέθαινε είδα την απογοήτευση και την στεναχώρια να φεύγει από το πρόσωπό της, τα συνασθήματα αυτά να τα ξεπλένει μια ηρεμία, σαν το πρώτο νερό στο πρωϊνό ξύπνημα. Τώρα πια δεν μπορούσα να σταματήσω, δεν το θεωρούσα σωστό, όταν εκείνη είχε φτάσει σ’ ένα τέτοιο στάδιο. Ήμουν σίγουρος ότι κόντευε στο τέλος, ότι δεν θα άντεχε άλλο και ότι τώρα έβλεπε αυτό που λέγαν όλοι... τη ζωή της να περνάει μπροστά της. Χαλάρωσα λίγο τα χέρια μου ώστε να καθυστερήσω λίγο το πέρασμά της. Ήθελα να τα δει όλα... τις καλές και τις κακές στιγμές, τα λάθη που είχε κάνει και που με οδήγησαν εδώ σε αυτό το κρεβάτι, σε αυτή τη πράξη. Έπρεπε να τα δει όλα για να καταλάβει...
   Αυτή ήταν μια περίεργη σκέψη... Είχα σχεδόν καταλήξει ότι έβλεπα ένα πολύ άσχημο όνειρο, ότι θα ξυπνούσα από λεπτό σε λεπτό και θα βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με εκείνη δίπλα μου, να αναπνέει σταθερά και να με κοιμίζει με τον ήχο της αναπνοής της. Πριν λίγο, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι έτσι θα γινότανε και τώρα ήθελα τόσο πολύ να δώσω τέλος στη ζωή αυτής και αυτού, που τώρα είχε σωριαστεί στο πάτωμα και έκλαιγε σαν μικρό παιδί... Ποια ήταν η πραγματικότητα και ποιο το όνειρο; Το μυαλό μου, μου έλεγε ότι αυτό ήταν ένα όνειρο, ότι μόλις τελείωνα μαζί της θα ξυπνούσα... η καρδιά μου όμως είχε άλλη άποψη για την πραγματικότητα... κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι δεν μου καθότανε καλά. Το μυαλό μου όμως δεν εγκατέλειπε τόσο εύκολα. Αν δεν ήταν όνειρο, τότε γιατί δεν είχε έρθει κανείς να ανοίξει την πόρτα; Στην πραγματικότητα, κάποιος θα άκουγε τις φωνές του, κάποιος θα άνοιγε την πόρτα, θα έμπαινε μέσα και θα τους έσωζε. Αλλά...
   Αλλά δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν ένα άσχημο όνειρο και τίποτα άλλο... Γέλαγα, δυνατά, ήμουν χαρούμενος και με χαρά έσφιξα κι’ άλλο τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό της μέχρι που άκουσα ένα κρακ, σαν να σπάει ένα μικρό κλαδάκι και μετά απλά δεν ένοιωθα πια το αίμα να προσπαθεί να πάει στον εγκέφαλό της... δεν προσπαθούσε να πάει πουθενά πια. Την άφησα και έπεσε στο πάτωμα. Εκείνος τώρα πια από τον τρόμο του είχε σταματήσει και να κλαίει... είχε απλά λιποθυμήσει...  Έλυσα και τα δεσμά από τα πόδια μου, σηκώθηκα και πήγα δίπλα του.
«Μην ανησυχείς... είναι όλα ένα όνειρο, και σε λίγο που θα ξυπνήσω όλα θα είναι μια χαρά... είσαστε και οι δύο πρόσωπα της φαντασίας μου... όλα είναι ένα άσχημο όνειρο!»
   Άρχισα να γελάω πάλι...
Ξάπλωσα δίπλα της, έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα...
... στην αρχή βλέπω όπως πάντα, μόνο το σκοτάδι. Σκοτάδι παντού, να απλώνεται και εγώ να χάνομαι μέσα του. Για λίγο υπάρχει μόνο αυτό, μετά νοιώθω τα μάτια μου να τρεμοπαίζουν μέσα στα βλέφαρα μου, διαμαρτύρονται που τα έκλεισα εκεί μέσα ενώ εκείνα θέλουν να μείνουν ανοιχτά για να ονειρευτούν, είμαι σίγουρος, όχι για να δουν τον κόσμο. Μέσα στο σκοτάδι αρχίζουν να εμφανίζονται σχήματα... τετράγωνα, πολύεδρα, κύκλοι, αλλάζουν όλα τα χρώματα και σιγά σιγά το ένα σχήμα διαδέχεται το άλλο. Οι κύκλοι γίνονται πολύεδρα, τα τετράγωνα, κύκλοι και κάθε λίγο αλλάζουν χρώματα. Μια ψυχεδέλεια χρωμάτων λαμβάνει χώρο μέσα στα κλειστά μου βλέφαρα και δυστυχώς ο μόνος που το βλέπει είμαι εγώ.  
Άνοιξα τα μάτια μου.
Ήμουν στο κρεβάτι μου, στο σπίτι μου. Δίπλα μου ήταν εκείνη και όλα ήταν ήρεμα, ήσυχα, όπως τα είχα αφήσει λίγο πριν. Ξαναέκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να ακούσω την αναπνοή της που πάντα με νανούριζε. Όλα ήταν τόσο ήρεμα, τόσο ήσυχα... τόσο ήσυχα... δεν μπορούσες να ακούσεις τίποτα... μόνο μια ανάσα. 
Μόνο μία.

Wednesday, January 26, 2011

Black Noise - White Rain Part 2


 Η φωνή σταμάτησε, ή τουλάχιστον δεν φώναζε τώρα γιατί δεν με ενοχλούσε τόσο πια. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου σε μια προσπάθεια να ξεθαμπώσω λίγο την όρασή μου. Μπορούσα να εστιάσω μόνο στη γυναίκα και τώρα αυτή είχε φύγει από πάνω μου και δεν μπορούσα να δω τίποτα άλλο. Κούνησα λίγο το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά, όλα ήταν τόσο άσπρα... Τώρα μπορούσα να ακούσω και μια άλλη φωνή, πάλι δεν μπορούσα να διακρίνω τι ακριβώς έλεγε αλλά κατάλαβα ότι δεν ήταν η φωνή της γυναίκας, αλλά ότι ήταν αντρική φωνή. Ίσως τώρα αυτή να μιλούσε με κάποιον... Συγκεντρώθηκα όσο μπορούσα.
«... είναι πια σε προχωρημένο στάδιο και ίσως θα ήταν καλύτερα.», έλεγε ο άντρας... τι θα ήταν καλύτερα; Τι ήταν σε προχωρημένο στάδιο; ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΟΥΣΕ; Ήθελα να ουρλιάξω, να σηκωθώ και να αρχίσω να φωνάζω, αλλά δεν μπορούσα. Το μόνο που κατάφερα ήταν να μουγκρίσω λιγάκι αν και αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
«Εχμ... Μήπως δεν τον έπιασε;», ο άντρας ρωτούσε την γυναίκα. Εκείνη ήρθε από επάνω μου και άναψε πάλι εκείνο το φως μέσα στα μάτια μου.
«Όχι... μια χαρά τον έχει πιάσει. Νομίζω ότι μπορούμε να προχωρήσουμε άνετα.»
   Ήθελα τόσο πολύ να μάθω σε τι θα προχωρούσανε. Βασικά, καλό θα ήταν να μου λέγανε και που βρισκόμουν κιόλας γιατί το τελευταίο πράγμα που θυμόμουν ήταν να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου... και τώρα; Τώρα ήμουν πάλι ξαπλωμένος αλλά εδώ, σ’ ένα σκληρό κρεβάτι, δεμένος με μια τρελή και έναν τρελό από επάνω μου να μιλάνε για μένα λες και είμαι κάποιο πειραματόζωο...
«Πότε ήταν η τελευταία φορά;», πάλι μίλαγε αυτός.
«Νομίζω προχτες... στην καθημερινή μας συνεδρία μου είπε πάλι οτι θεωρεί οτι αυτός ο κόσμος είναι ψεύτικος και ότι στην πραγματικότητα δεν τον ανησυχεί αν θα πάθει κάτι, γιατί πολύ απλά θα ξυπνήσει στον κανονικό κόσμο ότι και να πάθει.»
«Μάλιστα... και τότε τι έκανε;»
«Προσπάθησε να αυτοκτονήσει... φταίω κ εγώ... είχα αφήσει έναν χαρτοκόπτη πάνω στο γραφείο μου, απλά δεν πίστευα ότι θα έφτανε μέχρι εκεί. Το βασικό είναι ότι ζει σ’ έναν δικό του κόσμο, είναι χαμένος σε μια δική του πραγματικότητα όπου εκεί, απ’ ότι έχω καταλάβει, είναι χαρούμενος. Ίσως να θέλει να μπλοκάρει κάποια πράγματα, ίσως να είναι όντως πολύ καλύτερα εκεί... πάντως προτείνω να μείνει σε αυτή την κατάσταση μέχρι να χαλαρώσει κάπως για να μπορέσω να τον μεταφέρω με τους άλλους πάλι...»
   Συνέχισανε να μιλάνε για μένα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Ήταν όντως έτσι τα πράγματα; Για κάποιο λόγο αδυνατούσα να το πιστέψω. Αυτή η αθλιότητα δεν μπορούσε να είναι ο πραγματικός κόσμος. Μορφές τις φαντασίας μου, ίσως... ναι... αυτό ήταν... Κάπως ο εαυτός μου ήθελε να με κρατήσει εδώ σε αυτόν τον αρρωστημένο κόσμο και ήθελα να με κάνει να πιστέψω αυτή την εκδοχή για πραγματικότητα. Αλλά ήξερα ότι δεν είναι έτσι. Έκανα πάλι μια προσπάθεια να κουνηθώ. Με είχαν δέσει σφιχτά, αλλά ένοιωθα μια δύναμη μέσα μου. Ξανά και ξανά, σιγά σιγά, προσπάθησα να κουνήθω και είδα ότι μπορούσα να κουνηθώ και να βάλω και περισσότερη δύναμη σιγά σιγά. Έτσι ξεκίνησα να κουνιέμαι δεξιά και αριστερά. Ένοιωθα τα δεσμά μου να προσπαθούν να με κρατήσουν και μόνο αυτό, το οτι θέλανε να με κρατήσουν κάτω με έκανε να κοπανιέμαι με περισσότερη δύναμη, σε τέτοιο σημείο που έφτασα σχεδόν λυσασμένα να κοπανιέμαι...
   Τόση ώρα δεν με είχανε πάρει χαμπάρι. Τόση ώρα είχαν χαθεί στη κουβέντα τους και στο τι θα με κάνουν. Τώρα όμως με προσέχανε. Τώρα εκείνη ήταν από επάνω μου και φώναζε πανικόβλητη και εκείνος χτύπαγε να του ανοίξουν με την ίδια λύσα που προσπαθούσα εγώ να λυθώ. Είδα αυτή να βγάζει μία σύριγγα και να προσπαθεί να με τρυπίσει, βλέποντας την σύριγγα άρχισα να κοπανιέμαι με περισσότερη λύσσα. 

Saturday, November 13, 2010

Black Noise - White Rain part 1


Kλείνω τα μάτια... στην αρχή βλέπω όπως πάντα, μόνο το σκοτάδι. Σκοτάδι παντού, να απλώνεται και εγώ να χάνομαι μέσα του. Για λίγο υπάρχει μόνο αυτό, μετά νοιώθω τα μάτια μου να τρεμοπαίζουν μέσα στα βλέφαρα μου, διαμαρτύρονται που τα έκλεισα εκεί μέσα ενώ εκείνα θέλουν να μείνουν ανοιχτά για να ονειρευτούν, είμαι σίγουρος, όχι για να δουν τον κόσμο. Μέσα στο σκοτάδι αρχίζουν να εμφανίζονται σχήματα... τετράγωνα, πολύεδρα, κύκλοι, αλλάζουν όλα τα χρώματα και σιγά σιγά το ένα σχήμα διαδέχεται το άλλο. Οι κύκλοι γίνονται πολύεδρα, τα τετράγωνα, κύκλοι και κάθε λίγο αλλάζουν χρώματα. Μια ψυχεδέλεια χρωμάτων λαμβάνει χώρο μέσα στα κλειστά μου βλέφαρα και δυστυχώς ο μόνος που το βλέπει είμαι εγώ. Πως θα μπορούσα άραγε να το δείξω και σε κάποιον άλλον; Το βλέπει άραγε και κάποιος άλλος;
   Τα σχήματα χάνονται και γίνονται απλές γραμμές, ευθείες στην αρχή και μετά καμπύλες. Αλλάζουν και αυτές χρώματα και τώρα έρχονται και φεύγουν σαν τα κύματα στην ακτή. Πολύχρωμα κύματα. Χάνεται και αυτό. Τώρα είναι το αγαπημένο μου σημείο. Έξω έχει ξεκινήσει να βρέχει, αλλά τώρα είναι η στιγμή που απολαμβάνω πραγματικά την βροχή. Τον ήχο του νερού που πέφτει με δύναμη στην άσφαλτο σαν να θέλει να την ξεριζώσει.
   Το σόου πίσω από τα κλειστά μου μάτια συνεχίζεται τώρα. Βρέχει και εκεί, αλλά αργά αργά και είναι φωτεινή βροχή. Στην αρχή είναι λευκή και με κάνει να θέλω να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει. Το λευκό αλλάζει, δίνει και αυτό την θέση του στα άλλα χρώματα. Φώτα, χρώματα, σαν βροχή στα κλειστά μου μάτια και μετά σβήνει και αυτή. Έρχεται πάλι το σκοτάδι. Από τις άκρες των ματιών μου το σκοτάδι καταπίνει τα πάντα και καταλαβαίνω ότι σε λίγο θα κοιμάμαι. Και όμως... κι όμως, λίγο πριν το σκοτάδι να κρύψει τα πάντα ένα μικρό φως αντιστέκεται. Ένα μικρό κίτρινο φως, ίσα που φέγγει αντιστέκεται σε όλο αυτό το σκοτάδι. Αναρωτιέμαι πως μπορεί και η περιέργειά μου διώχνει το σκοτάδι και με κρατάει ξύπνιο αν και με κλειστά τα μάτια. Θέλω να δω τι είναι αυτό το κίτρινο φώς. Ποιος μπορεί να είναι ο σκοπός του και γιατί να θέλει να με κρατήσει ξύπνιο; Το αφήνω λοιπόν να διώξει το σκοτάδι και το παρακολουθώ τώρα να γίνεται διαρκώς και πιο φωτεινό, πιο μεγάλο, μέχρι που δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Θολώνω για λίγο, το φως έχει γίνει πια εκτυφλωτικό, τόσο που σκέφτομαι ότι αν είχα ανοιχτά τα μάτια μου θα έπρεπε να τα κλείσω... ίσως χρειαζότανε να βάλω και τα χέρια μου μπροστά. Δεν αντέχω άλλο και με ρίσκο να τα καταστρέψω όλα, την αρχή ενός υπέροχου ονείρου, ανοίγω τα μάτια μου.
   Το πρώτο πράγμα που αντικρίζω είναι θολά φώτα. Μου παίρνει λίγη ώρα να συνηθίσω και να εστιάσω. Χαίρομαι γιατί δεν έχω τρελαθεί τελείως και είναι όντως φώτα μπροστά μου. Μετά όμως ανησυχώ γιατί είμαι κάπου που δεν γνωρίζω. Μου φαίνεται καινούργιο το μέρος, παρ’ όλα αυτά μια γυναίκα έχει σκύψει από πάνω μου – άρα πρέπει να είμαι ξαπλωμένος – και περνάει ένα φως από το ένα μάτι μου στο άλλο. Προσπαθώ να κοιτάξω γύρω μου, αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Είναι σαν τα μάτια μου να έχουν εστιάσει μόνο πάνω στην γυναίκα. Όλα τα άλλα γύρω της είναι θολά. Συνεχίζει να περνάει αυτό το φως μπροστά από τα μάτια μου και αρχίζει να γίνεται εκνευριστικό. Δεν μπορώ να δω ούτε τι φοράει. Είναι τόσο άσπρα όλα που μόνο το πρόσωπό της μπορώ να διακρίνω. Βλέπω το στόμα της να ανοιγοκλείνει. Φαίνεται να μιλάει σε εμένα αν και στα αυτιά μου φτάνει μόνο ένα μουντός ήχος. Μου θυμίζει καλοκαίρι, όταν μικροί προσπαθούσαμε με τον φίλο μου να μιλήσουμε κάτω από το νερό στη θάλασσα και ποτέ δεν τα καταφέρναμε. Το μόνο που καταφέρναμε ήταν να πίνουμε νερό και μετά να βήχουμε και να κοπανάμε ο ένας την πλάτη του άλλου...Και εκείνη μιλάει ακόμη από πάνω μου... τουλάχιστον είχε σταματήσει να παίζει με εκείνο το σπαστικό το φως! Ακόμη όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι μου λέει, δεν μπορώ να καταλάβω αν μιλάει όντως σε μένα η σε κάποιον άλλον μέσα στο δωμάτιο που δεν μπορώ να δω γιατί όλα γύρω μου είναι τόσο εκτυφλωτικά άσπρα...